πληγαί

πληγαί
πληγή
blow
fem nom/voc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • Ἑκατὸν πληγαὶ ἐπὶ νῶτα ἑτέρου οὐδέν εἰσι. — См. На чужой спине беремя легко …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • πληγή — η, ΝΜΑ, και δωρ. τ. τιλαγά, Α 1. το αποτέλεσμα τού πλήττω με οποιοδήποτε μέσο ή όργανο, ιδίως με όπλο, τραύμα (α. «πληγή από σφαίρα» β. «πληγή από αμβλύ όργανο» γ. «πληγαῑς ἀφορήτοις σου καταξανθέντος τοῡ σώματος ὅλου τε», Μηναί δ. «πληγὰς… …   Dictionary of Greek

  • на чужой спине беремя легко — По чужой шкуре не больно. Чужое горе не болит. Ср. I never knew any man in my life, who could not bear another s misfortunes perfectly like a Christian. A. Pope. Thoughts on various subjects. Ср. Nous avons tous assez de force pour supporter les… …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона

  • На чужой спине беремя легко — На чужой спинѣ беремя легко. По чужой шкурѣ не больно. Чужое горе не болитъ. Ср. I never knew any man in my life, who could not bear another’s misfortunes perfectly like a Christian. A. Pope. Thoughts on various subjects. Ср. Nous avons tous… …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • GRANDO — Graece κάλαζα, nix coagulata est, veteri Scholiastae Pap. Theb. l. 8. v. 408. ubi solidam nivem eam vocat: de cuius natura vide Aristot. Meteorologic. l. 1. c. 12. Niceph. Blemmydam Epitom. Physic. c. 14. Platonem et eius Commentatores in Timaeo …   Hofmann J. Lexicon universale

  • κροταφίτης — ο, θηλ. κροταφίτιδα (Α κροταφίτης, θηλ. κροταφῑτις, ίτιδος) φρ. «κροταφίτης μυς» μασητήριος μυς που εκφύεται από την κροταφική χώρα και καταφύεται με ισχυρό τένοντα στην κορωνοειδή απόφυση τής κάτω γνάθου αρχ. φρ. «κροταφίτιδες πληγαί» χτυπήματα… …   Dictionary of Greek

  • πυροβόλος — ο / πυροβόλος, ον, ΝΜΑ, και πυριβόλος, ον, Α νεοελλ. 1. (το ουδ, ως ουσ.) το πυροβόλο στρ. μεγάλο όπλο για τη βολή βλημάτων, σε αντιδιαστολή προς τα φορητά μικρά όπλα, που βάλλουν ελαφρά και μικρά βλήματα, αλλ. κανόνι 2. φρ. «πυροβόλα όπλα» στρ.… …   Dictionary of Greek

  • ρωδίγξ — και ῥώτιγξ, ιγγος, ἡ, Α στον πληθ. ῥώδιγγες και ῥώτιγγες (κατά τον Ησύχ.) «πληγαὶ ὕφαιμοι διακεκομμέναι, οἱ δὲ μώλωπες». [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για λ. άγνωστης ετυμολ. με εκφραστικό επίθημα ιγξ (πρβλ. στρόφ ιγξ, φόρμ ιγξ). Κατά μία άποψη, ο τ.… …   Dictionary of Greek

  • ύφαλος — η, ο / ὕφαλος, ον, ΝΜΑ 1. αυτός που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια τής θάλασσας 2. (το αρσ. και το θηλ. ως ουσ.) ο, η ύφαλος ωκεαν. βραχώδης κοραλλιογενής ή αμμώδης ανύψωση τού θαλάσσιου πυθμένα η οποία καλύπτεται από τα νερά και τής οποίας η… …   Dictionary of Greek

  • Αρνιωτάκης, Μιχαήλ — (1841 – 1910).Ηθοποιός του θεάτρου. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διορίστηκε υπογραμματέας στο ειρηνοδικείο της Αθήνας, θέση που εγκατέλειψε το 1865, ύστερα από παρότρυνση του θιασάρχη Π. Σούτσα να εργαστεί ως τακτικός ηθοποιός στον …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”